«Η επί γης ευτυχία είναι στιγμούλα,

και η στιγμούλα αυτή ένα σκαλοπάτι

για να περάσεις από το άλλο μέρος,

το μέρος του θανάτου»

Ο. Ελύτης

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016

Οι ομάδες των μαθητών


      Οι ομάδες των μαθητών.

  

            1η  Ομάδα:   Καϊσης Αλέξανδρος
                                              Καλαντζής  Κωνσταντίνος
                                   Καράνης  Στέφανος
                                                 Κατερινόπουλος  Νικόλαος 
                                                  Κονδύλης Χρήστος - Μάριος
                                                                                                                            
                 2η  Ομάδα:   Βασιλάκης Δημήτριος
                                    Βασιλάκης Ευθύμιος
                                                Βάρσου  Χριστίνα                 
                                  Ζύγουρας  Νικόλαος

                 3η Ομάδα :  Ανδρεάς  Κωνσταντίνος
                                Ανδρεά  Παναγιώτα
                                        Γιαννακοπούλου  Μαρία
                           Γρίβα Θεοδώρα
                                  Κοκκίνη Παναγιώτα
                                       
                                 

           4η Ομάδα : Βασιλείου Ιωάννης
                                       Γιαννόπουλος  Χρήστος
                                 Καλατζής  Χρήστος
                                                        Καρναβάς  Γεώργιος                      
                                     Κατσιμπίνης  Χρήστος
                             Κιτσιάς  Χρήστος
                                
                              
           5η  Ομάδα : Βελέντζα Κυριακή
                              Βλάχου Θεοδώρα
                                    Γεωργούση  Ευθυμία
                                        Γιαννοκώστα  Χριστίνα

             

Η βιογραφία του Αλ. Παπαδιαμάντη



Η αντίθεση ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο.

  

 Εικόνες ζωής



Εικόνες θανάτου

Τα παιδιά που παίζουν στην παραλία

 Η χαροκαμένη γριά - Λούκαινα που κατευθύνεται στην παραλία με την αβασταγή της

  Το φως του δειλινού που δημιουργεί ένα μαγευτικό τοπίο

 Οι πάλλευκοι τάφοι που λάμπουν στις ακτίνες του ήλιου.

  Ο βοσκός και η φλογέρα του


Το μοιρολόι της γριάς - Λούκαινας

  Η προσπάθεια της γολέτας να αποπλεύσει

Το φως του δειλινού που όλο και λιγοστεύει

  Η φώκια που κολυμπάει στα ρηχά

 Το παραπάτημα της Ακριβούλας που καταλήγει στο θάνατό της


  Η Ακριβούλα που ακούει με προσήλωση την μελωδία από τη φλογέρα του βοσκού

  Η κόρη της γριάς -Λούκαινας και τα έξι εγγόνια της με τους οποίους ζει.




Το μοιρολόι της φώκιας για το χαμό της μικρής Ακριβούλας


  Τα πέντε νεκρά παιδιά της κι ο νεκρός άντρας της, τους οποίους μοιρολογεί.
 

        Μέσα στο συγκεκριμένο διήγημα κυριαρχούν οι αντιθετικές εικόνες , που σχετίζονται με τη ζωή και το θάνατο , όπως αποδεικνύει και ο προηγούμενος πίνακας. Ο συγγραφέας επιλέγει να αναμείξει τις εικόνες αυτές σε ένα εντυπωσιακό συνδυασμό. Στην αρχή του κειμένου γίνεται αισθητή η ιδέα του θανάτου με την αναφορά στην τοποθεσία Μνημούρια. Τα παιδιά όμως του χωριού κολυμπούν συνέχεια εκεί γύρω δίνοντας το στίγμα της ζωής. Έπειτα η γριά - Λούκαινα , μια χαροκαμένη γυναίκα, κάνει την εμφάνισή της μοιρολογώντας για τους νεκρούς συγγενείς της. Το τοπίο μαγεύει με την ομορφιά του κατά τη δύση του ήλιου, οι ακτίνες του οποίου, όμως , φωτίζουν και τους λευκούς τάφους του κοντινού νεκροταφείου. Πάνω από το κοιμητήριο παίζει τη φλογέρα του ένας  νεαρός βοσκός, που ως σύμβολο της χαρούμενης πλευράς της ζωής μετριάζει και σταματά τον μακάβριο ήχο του μοιρολογιού της γριάς.  Η εικόνα της Ακριβούλας που γοητεύεται από τη μελωδία του βοσκού αντιτίθεται στον τραγικό πνιγμό της και στο μοιρολόγι της φώκιας για το χαμό της.
      Όλες αυτές οι αντιθετικές εικόνες στοχεύουν να βοηθήσουν τον αναγνώστη να συνειδητοποιήσει πως  στη ζωή του οι χαρούμενες και δυσάρεστες στιγμές συνυπάρχουν αναπόφευκτα. Η ζωή κι ο θάνατος κυριαρχούν κι εναλλάσσονται στο πέρασμα των αιώνων ,όσο υπάρχουν άνθρωποι στον κόσμο αυτό. Παράλληλα , εξυπηρετούν την εξέλιξη της ιστορίας, αφού δημιουργούν την κατάλληλη ατμόσφαιρα για το χαμό της μικρής Ακριβούλας και προσθέτουν παραστατικότητα  στο διήγημα ως σχήμα λόγου. 
      Όπως λέει κι ο Οδ. Ελύτης :  «Η επί γης ευτυχία είναι στιγμούλα, και η στιγμούλα αυτή ένα σκαλοπάτι για να περάσεις από το άλλο μέρος, το μέρος του θανάτου» ....









Ρεαλιστικά, νατουραλιστικά και ηθογραφικά γνωρίσματα του διηγήματος.


           Χρωματισμένα χωρία του κειμένου που εκφράζουν την τεχνοτροπία του συγγραφέα: 
  Ρεαλισμός
Νατουραλισμός
Ηθογραφία 

Το μοιρολόγι της φώκιας

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ της φώκιας είναι από τα ωραιότερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη· δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1908.
Κάτω από τον κρημνόν, οπού βρέχουν τα κύματα, όπου κατέρχεται το μονοπάτι, το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη, οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς, δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού, την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος, να κολυμβούν εκεί τριγύρω, ονομάζουν το Κοχύλι —φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα— κατέβαινε το βράδυ βράδυ η γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαναβασταγήν,* δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνιά της εις το κύμα το αλμυρόν, είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν, το Γλυφονέρι, οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου, και χύνεται ηρέμα εις τα κύματα. Κατέβαινε σιγά τον κατήφορον, το μονοπάτι, και με ψίθυρον φωνήν έμελπεν* εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι, φέρουσα άμα την παλάμην εις το μέτωπόν της, δια να σκεπάση τα όμματα από το θάμβος του ηλίου, οπού εβασίλευεν εις το βουνόν αντικρύ, κι αι ακτίνες του εθώπευον κατέναντί της τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας.
Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς, το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη. Δύο κοράσια και τρία αγόρια, όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταστος.
Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της, και της είχον μείνει μόνον δύο υιοί, ξενιτευμένοι τώρα· ο εις είχεν υπάγει, της είπον, εις την Αυστραλίαν, και δεν είχε στείλει γράμμα από τριών ετών· αυτή δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει· ο άλλος ο μικρότερος εταξίδευε με τα καράβια εντός της Μεσογείου, και κάποτε την ενθυμείτο ακόμη. Της είχε μείνει και μία κόρη, υπανδρευμένη τώρα, με μισήν δωδεκάδα παιδιά.
Πλησίον αυτής, η γρια-Λούκαινα εθήτευε τώρα, εις το γήρας της, και δι' αυτήν επήγαινε τον κατήφορον, το μονοπάτι, δια να πλύνη τα χράμια* και άλλα διάφορα σκουτιά* εις το κύμα το αλμυρόν, και να τα ξεγλυκάνη στο Γλυφονέρι.
Η γραία έκυψεν εις την άκρην χθαμαλού, θαλασσοφαγωμένου βράχου, και ήρχισε να πλύνη τα ρούχα. Δεξιά της κατήρχετο ομαλώτερος, πλαγιαστός, ο κρημνός του γηλόφου, εφ' ου* ήτο το Κοιμητήριον, και ειςτα κλίτη* του οποίου εκυλίοντο αενάως προς την θάλασσαν την πανδέγμονα* τεμάχια σαπρών ξύλων από ξεχώματα, ήτοι ανακομιδάς ανθρωπίνων σκελετών, λείψανα από χρυσές γόβες ή χρυσοκέντητα υποκάμισα νεαρών γυναικών, συνταφέντα ποτέ μαζί των, βόστρυχοι από κόμας ξανθάς, και άλλα του θανάτου λάφυρα. Υπεράνω της κεφαλής της, ολίγον προς τα δεξιά, εντός μικράς κρυπτής λάκκας, παραπλεύρως του Κοιμητηρίου, είχε καθίσει νεαρός βοσκός, επιστρέφων με το μικρόν κοπάδι του από τους αγρούς, και, χωρίς ν' αναλογισθή το πένθιμον του τόπου, είχε βγάλει το σουραύλι από το μαρσίπιόν* του, και ήρχισε να μέλπη φαιδρόν ποιμενικόν άσμα. Το μοιρολόγι της γραίας εκόπασεν εις τον θόρυβον του αυλού, και οι επιστρέφοντες από τους αγρούς την ώραν εκείνην —είχε δύσει εν τω μεταξύ ο ήλιος— ήκουον μόνον την φλογέραν, κι εκοίταζον να ιδώσι πού ήτο ο αυλητής, όστις δεν εφαίνετο, κρυμμένος μεταξύ των θάμνων, μέσα εις το βαθύ κοίλωμα του κρημνού.

Μία γολέτα ήτο σηκωμένη στα πανιά, κι έκαμνε βόλτες εντός του λιμένος. Αλλά δεν έπαιρναν τα πανιά της, και δεν έκαμπτε ποτέ τον κάβον τον δυτικόν. Μία φώκη, βοσκούσα εκεί πλησίον, εις τα βαθιά νερά, ήκουσεν ίσως το σιγανόν μοιρολόγι της γραίας, εθέλχθη* από τον θορυβώδη αυλόν του μικρού βοσκού, και ήλθε παραέξω, εις τα ρηχά, κι ετέρπετο εις τον ήχον, κι ελικνίζετο εις κύματα. Μία μικρά κόρη, ήτο η μεγαλυτέρα εγγονή της γραίας, η Ακριβούλα, εννέα ετών, ίσως την είχε στείλει η μάνα της, ή μάλλον είχε ξεκλεφθή από την άγρυπνον επιτήρησίν της, και μαθούσα ότι η μάμμη* ευρίσκετο εις το Κοχύλι, πλύνουσα εις τον αιγιαλόν, ήλθε να την εύρη, δια να παίξη ολίγον εις τα κύματα. Αλλά δεν ήξευρεν όμως πόθεν ήρχιζε το μονοπάτι, από του Μαμογιάννη τον μύλον, αντικρύ στα Μνημούρια, και άμα ήκουσε την φλογέραν, επήγε προς τα εκεί και ανεκάλυψε τον κρυμμένον αυλητήν και αφού εχόρτασε ν' ακούη το όργανόν του και να καμαρώνη τον μικρόν βοσκόν, είδεν εκεί που, εις την αμφιλύκην* του νυκτώματος, εν μικρόν μονοπάτι, πολύ απότομον, πολύ κατηφορικόν, κι ενόμισεν ότι αυτό ήτο το μονοπάτι, και ότι εκείθεν είχε κατέλθει η γραία η μάμμη της· κι επήρε το κατηφορικόν απότομον μονοπάτι δια να φθάση εις τον αιγιαλόν να την ανταμώση. Και είχε νυκτώσει ήδη.
Η μικρά κατέβη ολίγα βήματα κάτω, είτα είδεν ότι ο δρομίσκος εγίνετο ακόμη πλέον απόκρημνος. Έβαλε μίαν φωνήν, κι επροσπάθει ν' αναβή, να επιστρέψη οπίσω. Ευρίσκετο επάνω εις την οφρύν ενός προεξέχοντος βράχου, ως δύο αναστήματα ανδρός υπεράνω της θαλάσσης. Ο ουρανός εσκοτείνιαζε, σύννεφα έκρυπταν τα άστρα, και ήτον στην χάσιν του φεγγαριού. Επροσπάθησε και δεν εύρισκε πλέον τον δρόμον πόθεν είχε κατέλθει. Εγύρισε πάλιν προς τα κάτω, κι εδοκίμασε να καταβή. Εγλίστρησε κι έπεσε, μπλουμ! εις το κύμα. Ήτο τόσον βαθύ όσον και ο βράχος υψηλός. Δύο οργυιές ως έγγιστα.* Ο θόρυβος του αυλού έκαμε να μη ακουσθή η κραυγή. Ο βοσκός ήκουσεν ένα πλαταγισμόν, αλλά εκείθεν όπου ήτο, δεν έβλεπε την βάσιν του βράχου και την άκρην του γιαλού. Άλλως δεν είχε προσέξει εις την μικράν κόρην και σχεδόν δεν είχεν αισθανθή την παρουσίαν της.

Καθώς είχε νυκτώσει ήδη, η γραία Λούκαινα είχε κάμει την αβασταγήν της, και ήρχισε ν' ανέρχεται το μονοπάτι, επιστρέφουσα κατ' οίκον. Εις την μέσην του δρομίσκου ήκουσε τον πλαταγισμόν, εστράφη κι εκοίταξεν εις το σκότος, προς το μέρος όπου ήτο ο αυλητής.
Κείνος ο Σουραυλής θα είναι, είπε, διότι τον εγνώριζε. Δεν του φτάνει να ξυπνά τους πεθαμένους με τη φλογέρα του, μόνο ρίχνει και βράχια στο γιαλό για να χαζεύη... Σημαδιακός κι αταίριαστος είναι.
Κι εξηκολούθησε τον δρόμον της.

Κι η γολέτα εξηκολούθει ακόμη να βολταντζάρη εις τον λιμένα. Κι ο μικρός βοσκός εξηκολούθει να φυσά τον αυλόν του εις την σιγήν της νυκτός.
Κι η φώκη, καθώς είχεν έλθει έξω εις τα ρηχά, ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μοιρολογά, πριν αρχίση τον εσπερινόν δείπνον της.
Το μοιρολόγι της φώκης, το οποίον μετέφρασεν εις ανθρώπινα λόγια εις γέρων ψαράς, εντριβής* εις την άφωνον γλώσσαν των φωκών, έλεγε περίπου τα εξής:
Αυτή ήτον η Ακριβούλα 
η εγγόνα της γρια-Λούκαινας.
Φύκια 'ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της...
κι η γριά ακόμη μοιρολογά
τα γεννοβόλια της τα παλιά.
Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.







Σύγκριση περιεχομένου ανάμεσα στο "Μοιρολόγι της φώκιας" και τη" Μαυρομαντηλού" του Αλ. Παπαδιαμάντη.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης : «Η Μαυρομαντηλού», ως παράλληλο για το "Μοιρολόγι της φώκιας".

«Ο σκόπελος ο καλούμενος Μαυρομαντηλού δεν θ’ απέχει πλείονας ή τριάκοντα οργυιάς από της παραλίας, όπου ανοίγεται γραφική ωραία αγκάλη περιβάλλουσα το κύμα ορμητικόν κατά της ακτής χωρούν, αμβλύ προσπίπτον επί της άμμου και υπ’ αυτής καταπινόμενον.
   Εκεί βλέπει χωρικήν γυναίκα κύπτουσαν επί τον αιγιαλόν, πλύνουσαν ράκη τινά παρά την άκραν της αμμουδιάς, εις την ρίζαν ενός βράχου, εξέχοντος προς την θάλασσαν, επικαμπούς επί το κύμα, όπου τα νερά ήρχιζον να βαθύνωνται. Ο βράχος ούτος εκαλείτο «Μύτικας» και ήτο εξ εκείνων, αφ’ ων οι κολυμβηταί κατά το θέρος συνηθίζουσι να εκτελώσι τα εκπληκτικά εκείνα εις την θάλασσαν άλματα.
   Ο υιός της γυναικός ταύτης, παιδίον επταετές, διαλαθών την προσοχήν της μητρός, είχεν αναρριχηθεί επιτηδείως εις το ύψος του βράχου.
   Αίφνης η μήτηρ του, αισθανθείσα όπισθέν της εκ του αορίστου κενού την απουσίαν του παιδίου, στρέφεται, υψώνει την κεφαλήν και τον βλέπει επί της κορυφής του βράχου, τείνοντα εις τα εμπρός τους γρόνθους, κύπτοντα την κεφαλήν, και παιδικούς γρυλλισμούς εκβάλλοντα.
   Ο μικρός, όστις είχεν ιδεί κατά το προλαβόν θέρος κολυμβητάς πηδώντας αφ’ ύψους του βράχου τούτου, εξετέλει μιμικήν, ότι τάχα ήθελε να δώσει βουτιά από τον Μύτικα, ως κάμνουσιν οι έφηβοι και οι ακμαίοι νεανίσκοι.
   Η μήτηρ του ήρχισε να τον καλεί πλησίον της. Ο Γιαννιός, όστις εσκάλιζε με την αρπάγην του πέριξ της Μαυρομαντηλούς, ήκουε τας φωνάς της γυναικός ταύτης: «Κατέβα, αρέ δαίμονα, αρέ λύκε ξιδάτε!»
   Αλλ’ ο μικρός εκώφευεν. Η μήτηρ οργισθείσα ανέτεινεν τον κόπανόν της, δι’ ου έτυπτε τα λευκαινόμενα ράκη προς το μέρος του βράχου και τον επέσειεν απειλητικώς προς τον παίδα· «Έννοια σ’, αρέ σκάνταλε, έννοια σ’, χάρε μαύρε! Το βράδ’, σα ’ρθεί ο πατέρας σ’ απ’ το χωράφ’, δώσε λόγο».
   Εκεί, καθώς επέμενε να εκτελεί τους μίμους του ο μικρός, αδιαφορών προς τας κραυγάς της μητρός του, κύπτων ολίγον βαθύτερον, ολισθαίνει, εκβάλλει πεπνιγμένην κραυγήν, και πίπτει μετά πλαταγισμού εις την θάλασσαν.
   Το κύμα θα είχε βάθος πλέον ή διπλούν αναστήματος ανδρός. Βυθίζεται εις τον πόντον, και πάλιν ανέρχεται εις την επιφάνειαν, και ασπαίρει, και παραδέρνει, και είτα βυθίζεται εκ δευτέρου.
   Η γυνή μίαν αφήκε σπαρακτικήν, διάτορον κραυγήν, και πελιδνή, περίτρομος, αγρία, καθώς εκράτει τον κόπανόν της, επιβαίνει εις το κύμα. Φθάνει μέχρι της οσφύος, είτα μέχρι του στέρνου, και με τον κόπανον αγωνιά να φθάσει το παιδίον πνιγόμενον ήδη και το δεύτερον εξαφανισθέν. Αλλ’ ως ήτο επόμενον, διά της δίνης, ην εσχημάτιζεν ο κόπανος εις το κύμα, απεμάκρυνε μάλλον το αγωνιών σώμα, ή το προσήγγιζεν εις την χείρα της μητρός. Αύτη έκραξε και πάλιν βοήθειαν, αλλά την στιγμήν εκείνην ουδείς των επιστρεφόντων εις την πολίχνην χωρικών ευρίσκετο εκεί πλησίον.»


      Αν μελετήσουμε προσεκτικά  το παραπάνω απόσπασμα από τη "Μαυρομαντηλού"  και το συγκρίνουμε με το "Μοιρολόγι της φώκιας"  του Αλ. Παπαδιαμάντη , θα εντοπίσουμε αρκετές ομοιότητες ως προς το περιεχόμενό τους. 
      Στην αρχή των κειμένων γίνεται αναφορά στην τοποθεσία ,όπου εξελίσσονται τα γεγονότα. Ο σκόπελος "Μαυρομαντηλού" βρίσκεται κοντά σε μια παραλία, όπως και η περιοχή "Κοχύλι" στο δεύτερο διήγημα του συγγραφέα, που έχει αυτό το σχήμα. Και στους δυο τόπους υπάρχει απόκρημνος βράχος στην παραλία.
      Κοινός τόπος, επίσης, των δυο κειμένων είναι η εμφάνιση δυο γυναικών με την ίδια ενασχόληση στο γιαλό, το πλύσιμο ρούχων. Η μητέρα  πλένει τα ράκη της στην αμμουδιά, όπως κι η γριά -Λούκαινα πλένει τα χράμια και τα σκουτιά της στη θάλασσα. Και οι δυο είναι στενοί συγγενείς των άτυχων παιδιών, η μια μητέρα του αγοριού κι η άλλη γιαγιά της Ακριβούλας.
      Κύρια πρόσωπα των διηγημάτων είναι δυο μικρά παιδιά , ένα αγόρι επτά ετών κι ένα κορίτσι εννέα ετών, που ξεφεύγουν από την προσοχή της μητέρας τους και οδηγούνται στην επικίνδυνη άκρη ενός βράχου , μοιραίου  για τη ζωή τους , αφού και τα δυο άτυχα παιδιά πέφτουν στη θάλασσα και πνίγονται. Έτσι βρίσκουν και τα δυο τραγικό θάνατο , όταν γλιστρούν από το σημείο στο οποίο στέκονται.
     Τέλος, η μητέρα του αγοριού απεγνωσμένα κραυγάζει για βοήθεια προκειμένου να βοηθήσει  το παιδί της  , αλλά δεν την ακούει κανείς. Παρόμοια, κανείς δεν άκουσε τον πλαταγισμό από την πτώση της Ακριβούλας , ώστε να σπεύσει να τη σώσει.
      
     


     

Η θρησκευτικότητα στο έργο του Αλ. Παπαδιαμάντη.

     
Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΑΠΑΔΙΑΜΆΝΤΗς ΕΙΚΌΝΑ  

Η  θρησκευτικότητα  στο έργο του Παπαδιαμάντη.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος4 Μαρτίου 1851 - Σκιάθος3 Ιανουαρίου 1911), «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κ. Π. Καβάφη, είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, γνωστός και ως 
 «ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων». Έγραψε κυρίως διηγήματα, τα οποία κατέχουν περίοπτη θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία. Γιος ιερέα ,μεγαλωμένος με αυστηρές χριστιανικές  αρχές,  το 1872 επισκέφτηκε το Άγιο Όρος μαζί με το φίλο του Νικόλαο Διανέλο, αργότερα μοναχό Νήφωνα, όπου παρέμεινε οκτώ μήνες ως δόκιμος . Μη θεωρώντας τον εαυτό του άξιο να φέρει το «αγγελικό σχήμα», επέστρεψε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία, με όλες τις προσπάθειες που έκανε, δεν την τελείωσε, γιατί η φτώχεια, η ανέχεια και η επισφαλής υγεία του του στάθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια.
     Ο  περίεργος και απόκοσμος τρόπος ζωής, με την παράλληλη προσήλωσή του στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τη λειτουργική της παράδοση, τον έκανε να μοιάζει με κοσμοκαλόγερο. Συνήθιζε να ψάλλει   ως δεξιός ψάλτης, .Ο Παπαδιαμάντης παρουσίασε μια θρησκευτικότητα βασισμένη στις αρχές των πρώτων Χριστιανών. Υποστήριξε από τη μια πλευρά την πνευματική αναγέννηση, ενώ από την άλλη, στενά δεμένος με την παράδοση, προσπάθησε να την ανασύρει στη ζωή. Μακριά από τους λογίους, τους δημοσιογράφους και την κοινωνία της εποχής του, ζήτησε στα γραφικά ξωκκλησάκια, στους απλούς κι αδιάφθορους ανθρώπους του λαού, στη φύση, στη μοναξιά και τη σιωπή, στην ψυχική και πνευματική απομόνωση, να απαλύνει την απαισιοδοξία του για τη ζωή, για το «μάταιον, το συνθηματικόν και αγοραίον πάσης ανθρώπινης αξίας».
     Η θρησκευτική ζωή, όπως ήταν φυσικό, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο και στα διηγήματά του. Και μόνο ο όγκος των κειμένων που αφορά τα λεγόμενα χριστουγεννιάτικα ή πασχαλινά, δεν αφήνει αμφιβολίες. Η πίστη στο θεό κινεί τις συμπεριφορές των ηρώων και δίνει δύναμη γι’ αυτά που πρόκειται να έρθουν. Τους κάνει παράτολμους. Τους κάνει να αντέχουν όλες τις κακοτοπιές.

    Στο διήγημα «Στο Χριστό, στο Κάστρο» ο παπα-Φραγκούλης αποφασίζει να κάνει χριστουγεννιάτικη λειτουργία στο κάστρο, πράξη ιδιαιτέρως παράτολμη, αφού ο καιρός δεν επιτρέπει την εύκολη πρόσβαση με τη βάρκα. Όμως ο παπάς με τη γυναίκα του είχαν κάνει τάμα αυτή τη λειτουργία αν σωζόταν ο γιος τους ο Λαμπράκης που αρρώστησε βαριά τα προηγούμενα Χριστούγεννα. Συγχρόνως ο Γιάννης ο Νυφιώτης και ο Αργύρης της Μυλωνούς ήταν αποκλεισμένοι στο κάστρο από τα χιόνια. Ο Στεφανής που εγγυάται ότι θα τους πάει με τη βάρκα, δεν είναι παρά ο εκφραστής της βεβαιότητας ενός εγχειρήματος που ήταν αδύνατο να καταλήξει στραβά, όσο παρακινδυνευμένο κι αν ήταν. Γιατί οι προθέσεις κρυβότανε μέσα στη βαθύτερη αγνότητα. 
    Η θρησκεία στον Παπαδιαμάντη δεν λειτουργεί ποτέ εκφοβιστικά ή εκδικητικά. Η θρησκεία λειτουργεί λυτρωτικά, ως φορέας αποδοχής και συντροφικότητας.  Στο διήγημα «Αλιβάνιστος» παρακολουθούμε την επανένταξη ενός ανθρώπου που έζησε χρόνια σαν ερημίτης για λόγους μηδαμινούς, που όμως ήταν αρκετοί να τον απομονώσουν. Ένας ατυχής έρωτας κι ένα κλεφτό φιλί έκαναν τον μπαρμπα-Κόλια να χαθεί από προσώπου γης, αφού η γυναίκα που αγάπησε παντρεύτηκε κάποιον άλλο.  Όταν τυχαία ο παπάς, που έχασε το δρόμο του και χάθηκε στην εξοχή, συνάντησε τον μπαρμπα-Κόλια, τον πήρε μαζί του στην εκκλησία για την Ανάσταση. Η θρησκευτική κατάνυξη της Ανάστασης, το τελετουργικό και η συμμετοχή του μπαρμπα-Κόλια ήταν η επιστροφή του στην κοινωνία. Τα τελευταία λόγια του μπαρμπα-Κόλια: «Αληθώς ανέστη βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!» μαρτυρούν την ανακούφιση της θρησκευτικής συμμετοχής που δεν είναι τίποτε άλλο από τη συμμετοχή στο κοινωνικό γίγνεσθαι . 
     Στο διήγημα «Άψαλτος» ο Κώτσος ο Φραγκούλας που ειρωνεύτηκε τη νεκρώσιμη ακολουθία ενός φίλου του: «Τι τους ψέλνετε;… Τι τους κάνετε νάνι – νάνι;… Όλοι στ’ ανάθεμα θα πάμε!…» βρίσκει τραγικό θάνατο μέσα στη βάρκα, μετά από θεομηνία «…κ’ έμελλεν εν τριγμώ αλύσεων και τροχαλιών και αρμένων, να καταποντισθή εις το κύμα, “άψαλτος, ασαβάνωτος, αμοιρολόγητος”». Ο σεβασμός προς τις θρησκευτικές τελετουργίες ταυτίζεται με το σεβασμό των συνανθρώπων. Η ασέβεια του Φραγκούλα, σε τελική ανάλυση, στρέφεται περισσότερο προς τους πενθούντες κι αυτό ο Παπαδιαμάντης δεν μπορεί να το ανεχτεί.
    Στο διήγημα «Άγια και Πεθαμένα» καταδεικνύει την παγανιστική διάσταση των θρησκευτικών τελετών αναφερόμενος στη δοξασία που θέλει τα κορίτσια να βάζουν τα ιερά κόλλυβα που μοιράζονται προς τιμή του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος (κι όχι των Αγίων Θεοδώρων) κάτω από το προσκεφάλι τους και να ονειρευτούν αυτόν που θα παντρευτούν. 
    Στο διήγημα «Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου» ο Φραγκούλας, όταν επιστρέφει η γυναίκα του, ψέλνει τόσο δυνατά που σκεπάζει όλες τις άλλες φωνές. Κι όταν μένει μόνος, κυκλωμένος από τις θλιβερές αναμνήσεις «εκχύνη τα παράπονά του εις θρηνώδεις μελωδίας προς την Παναγίαν».

  ( Πηγές πληροφοριών: el.wikipedia.org, άρθρο του Θ. Μπαντέ  στο eranistis.net)






Το μοιρολόγι στην Ελλάδα μέχρι σήμερα.

    

<<Το μοιρολόγι στην Ελλάδα μέχρι σήμερα>>


      Το μοιρολόι, τραγούδι της μοίρας, παραδοχή του πεπρωμένου και του αναπόφευκτου θανάτου δίπλα στο σώμα του νεκρού, παρέμεινε προνόμιο των γυναικών, όπως και τότε…
Αναπόσπαστο κομμάτι της όλης μεταθανάτιας, ιεροτελεστίας-διαδικασίας, αποτελούν και τα μοιρολόγια, που είναι τραγούδια της Ελληνικής λαϊκής μουσικής παράδοσης, αναφέρονται και ως "μοιρολόια" , έχουν πένθιμο περιεχόμενο και τραγουδιούνται σε περίπτωση πένθους, κυρίως από γυναίκες συγγενείς ή συγχωριανές του νεκρού, καθώς επίσης από γυναίκες (μοιρολογίστρες ) που είναι εξειδικευμένες σ’ αυτό το είδος του τραγουδιού.
      Η ετυμολογία της λέξης προέρχεται, μάλλον, απ’ το «λέγω τη μοίρα», το μοιραίο κακό, αν και, κατά τον Αδαμάντιο Κοραή, η προέλευση της θα πρέπει να αναζητηθεί στο έθιμο του μυρώματος του νεκρού (μυρολογώ = μυρώνω, κλαίω τον νεκρό), ο οποίος μάλιστα πρότεινε την ορθογραφία «μυρολόγι», η οποία πάντως δεν επικράτησε, πάντως παρόμοια θρηνητικά τραγούδια παρουσιάζονται σε όλους σχεδόν τους λαούς.
     
    Αρχαιότητα :  Τα μοιρολόγια της ελληνικής παράδοσης, έλκουν την καταγωγή τους από την αρχαιότητα. Οι θρήνοι που αναφέρονται στα Ομηρικά έπη, παρουσιάζουν καταπληκτική ομοιότητα με τα μοιρολόγια των νεοτέρων εποχών τόσο στο τελετουργικό, όσο και στο περιεχόμενο. Στο θρήνο για τον Έκτορα, ο Όμηρος αναφέρεται σε «αοιδούς» και «θρήνων εξέρχους», γεγονός που πιστοποιεί την ιστορική συνέχεια του τελετουργικού. Κάτι ανάλογο με τις σημερινές μοιρολογίστρες πρέπει να υπήρχε και στην Αθήνα, όπως φαίνεται από ένα απαγορευτικό νόμο της εποχής του Σόλωνα.     Στην ουσία, αποτελούν ένα είδος μαγικής και εξορκιστικής τελετουργίας, που βασίζεται στη βαθιά ριζωμένη πίστη ότι ο νεκρός μπορεί να γυρίσει πίσω, να ανακληθεί. Άλλωστε κατά τη βυζαντινή περίοδο τα μοιρολόγια ήταν γνωστά με την ονομασία «ανακλήματα» η «ανακλήσεις». Η δυνατότητα επιστροφής του νεκρού, εκφράζεται τόσο στους Πέρσες του Αισχύλου, όπου η σκιά του Δαρείου εμφανίζεται, ύστερα από έκκληση του χορού των γερόντων, όσο και στη νεότερη λαϊκή παράδοση με το τραγούδι του νεκρού αδελφού κ.α. Στην αρχαία Ελλάδα το κλάμα για το νεκρό ξεκινούσε από τον γόο, αυτοσχέδια τραγούδια από τους στενούς συγγενείς εμπνευσμένα από την οδύνη, και καταλήγουμε στο θρήνομελοποιημένες συνθέσεις που ερμηνεύονταν από μισθωμένους επαγγελματίες. Δεν ήταν σπάνιο και το φαινόμενο του καταναγκαστικού θρήνου ειδικά στις κηδείες βασιλέων ή τυράννων, όπου πολλοί μαστιγώνονταν για να βγάλουν δυνατές σπαρακτικές κραυγές.«Πεθαίνει ο Άδωνης ο τρυφερός, και τώρα τι θα κάνουμε» αναρωτιέται η Σαπφώ σ’ ένα ποίημα της. Μα φυσικά  υπάρχει και το έθιμο «Χτυπάτε το στήθος σας κόρες και σκίστε τους χιτώνες σας».
    Οι υποχρεώσεις των ζωντανών προς τους νεκρούς είναι ξεκάθαρες. Το θυμίζει έντονα στον Οδυσσέα ο Ελπήνορας, ο σύντροφος του που τσακίστηκε μεθυσμένος στο παλάτι της Κίρκης. «Μη φύγεις και μ’ αφήσεις άκλαυτο κι άταφο», του λέει, όταν τον συναντάει στην είσοδο του Κάτω Κόσμου.
      
     Βυζαντινή - σύγχρονη εποχή:  Τα μοιρολόγια εκφέρονται πάντα από γυναίκες. Ήδη, από τη βυζαντινή εποχή, οι γυναίκες κάθονταν γύρω από τον νεκρό και έλεγαν τα θρηνητικά τραγούδια (εξόδια, καταλόγια, ανακλήματα), ενώ συγχρόνως εκδήλωναν την οδύνη τους με τράβηγμα των μαλλιών, χτυπήματα στο στήθος, γρατζουνίσματα κ.α. Το τελετουργικό αυτό, παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτο μέχρι σήμερα και μαζί με την ολονυχτία αποτελούσε  το κύριο στοιχείο του τελευταίου  αποχαιρετισμού, του ξοδιάσματος του νεκρού. Η παρουσία της μοιρολογίστρας , η οποία αμειβόταν για να παραβρεθεί στο ξόδι του νεκρού, επιβλήθηκε στο μέτρο που το νεκρικό τελετουργικό εξελισσόταν σε μια λίγο η πολύ θεσμοποιημένη  κοινωνική διαδικασία.
       Τα μοιρολόγια μπορεί να είναι παραδοσιακά τραγούδια ή αυτοσχεδιασμοί. Το περιεχόμενο τους εξαρτάται από το φύλο ή  την ηλικία του νεκρού καθώς και από τη θέση της μοιρολογίστρας μέσα στην οικογένεια (κόρη, σύζυγος, μητέρα κ.α.). Υπάρχουν αρκετές παραλλαγές. Οι εκκλήσεις για την επιστροφή του νεκρού, οι έπαινοι για τα χαρίσματα του, οι ζοφερές περιγραφές του χάρου και του Κάτω Κόσμου, η απελπισία και η έλλειψη προστασίας της χήρας ή  των ορφανών ή η οδύνη των συγγενών και φίλων, αποτελούν μερικά απ’ τα πιο συχνά θέματά τους.
       Άλλες φορές, ο νεκρός φέρεται να χαιρετάει τον κόσμο και να καλοτυχίζει τα άψυχα φυσικά στοιχεία (βουνά, κάμποι) που δεν πεθαίνουν, ή να αφήνει παραγγελίες στους ζωντανούς οι οποίες, ορισμένες φορές, περιλαμβάνουν και το αίτημα της εκδίκησης, αν ο νεκρός έχει δολοφονηθεί.
   
      Σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος, τα μοιρολόγια έχουν τα δικά τους τοπικά χαρακτηριστικά, ωστόσο, αυτά που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι τα μοιρολόγια της Μάνης, τα οποία είναι και τα πλουσιότερα από άποψη θεματολογίας. Τραγουδιούνται από γυναίκες που κάθονται κυκλικά στο δάπεδο, αναφέρονται στη ζωή και τη δράση του νεκρού η έχουν ιστορικό, συμβουλευτικό και παρηγορητικό περιεχόμενο και μπορούν ακόμη και να θίγουν παλιές συμφορές ή βάσανα της ίδιας της μοιρολογίστρας.
      Τα πιο τυπικά ωστόσο, αποτελούν εκκλήσεις εκδίκησης, γεγονός που οφείλεται στην ιδιαίτερη κοινωνική και οικονομική δομή του χώρου που καθιστούσε τους φόνους συχνό φαινόμενο. Στη Μάνη, το μοιρολόι ως μορφή τραγουδιού αντικατέστησε προοδευτικά όλα τα υπόλοιπα είδη μουσικής έκφρασης και κατέληξε να συνοδεύει ακόμα και τις αγροτικές εργασίες, όπως η συγκομιδή και το άλεσμα.
     Στα Ανώγεια της Κρήτης επίσης τα μοιρολόγια των πιο πετυχημένων μοιρολογητριών αποστηθίζονταν και με τον ιδιαίτερο σκοπό τους γίνονταν ευρύτερα γνωστά. Τα έλεγαν στις αποσπερίδες, στην εξοχή κι η κάθε γυναίκα ή κόρη τα επαναλάμβανε στον αργαλειό της, ασκούμενη κι αυτή για να φανεί αντάξια στους ακριβούς όταν η σκληρή ώρα του χωρισμού τους θα έφτανε.
    Και τα μικρά κοριτσάκια ακόμη με πρησμένα μάτια κάθονταν κοντά στο λείψανο κι ώρες ολόκληρες άκουαν τις παινεμένες παλιές μοιρολογήτρες και κατέγραφαν μ’ ανεξίτηλα γράμματα στον άγραφο χάρτη της ψυχής τους ό,τι άκουαν, παίρνοντας έτσι μαθήματα για να συνεχίσουν κάποτε κι αυτά, με τη σειρά τους, την παράδοση και να κρατήσουν ψηλά και πάντα όμορφο και συγκινητικό το ανωγειανό μοιρολόγι .
     Κι αργότερα δεν έπρεπε να παραξενευτείς, αν περνώντας ακόμη κι απ’ την αυλή του σχολείου, σε ώρα διαλείμματος, έβλεπες και άκουες κάποιες μαθητριούλες να πηγαινοέρχονται και ν’ αποδίδουν πιστότατα τα μοιρολόγια της μιας ή της άλλης μοιρολογήτρας.
   Χριστιανισμός : Οι Χριστιανοί θεωρούσαν άπρεπο τον υπερβολικό θρήνο. Δεν περιορίζονταν να κατακρίνουν τις βιαιότερες συνήθειες, όπως το ξέσχισμα του προσώπου, το ξερίζωμα των μαλλιών και το σκίσιμο των ρούχων. Η εικόνα των γυναικών με τα σκισμένα ρούχα και τα στηθοκοπήματα θεωρήθηκε άσεμνη. Έφτασαν να θεωρούν το θρήνο συνήθεια εγωιστική και εγωκεντρική. 
     Τα μοιρολόγια διατηρούν και εκφράζουν την αρχαία και όχι τη Χριστιανική αντίληψη του θανάτου και για το λόγο αυτό πολεμήθηκαν απ’ την επίσημη εκκλησία, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.Η  προοδευτική  εξαφάνιση τους οφείλεται περισσότερο στη διαμόρφωση νέων κοινωνικών συνθηκών και στην αποσύνθεση της δομής των κοινωνικών και οικονομικών ενοτήτων που χαρακτήριζαν τον Ελληνικό χώρο έως τα τέλη του 190U και τις αρχές του 20oυ αιώνα.
    

<<  ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ  >>




Αυτή ήτον η Ακριβούλα 


η εγγόνα της γρια-Λούκαινας.

Φύκια 'ναι τα στεφάνια της,

κοχύλια τα προικιά της...

κι η γριά ακόμη μοιρολογά

τα γεννοβόλια της τα παλιά.

Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό

τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.



    Το δεύτερο µοιρολόγι  του διηγήματος δε λέγεται από ανθρώπινη ύπαρξηž λέγεται από µια φώκια. Η Ακριβούλα χάθηκε στη θάλασσα χωρίς να γίνει αντιληπτή από κανέναν. Μόνο η φώκια βρήκε «το µικρόν πνιγµένον σώµα της πτωχής Ακριβούλας και ήρχισε να το περιτριγυρίζει και να το µοιρολογά». Αυτός ο θρήνος της φώκιας δε µας ανάγει, όπως το πρώτο µοιρολόγι, σ’ ένα µακρινό «τότε». Μας κρα­τάει, αντίθετα, στο δραµατικό «τώρα» της αφήγησης. Δε λέγεται µε ανθρώπινη λαλιά,ž θα έµενε ακατανόη­το, αν δε βρισκόταν ο γέροντας ψαράς να το µεταφέ­ρει στη γλώσσα των ανθρώπων. Ο Παπαδιαµάντης, µ’ αυτή τη «μεταφορά» του µοι­ρολογιού από την άφωνη γλώσσα της φώκιας στη φω­νούµενη ανθρώπινη λαλιά, καταργεί την τυπική λογι­κή της αφήγησης (εύλογα ερωτήµατα: πού άκουσε ο ψαράς το µοιρολόγι; Πώς γνωρίζει τη «γλώσσα» της φώκιας; Ερωτήµατα που θέτει µια συµβατική-τυπική λο­γική). Καταργώντας ο Παπαδιαµάντης αυτή την τρέ­χουσα «λογική», ανάγεται σε ένα µετα-λογικό και ποιη­τικό επίπεδο, στο οποίο πλέον λειτουργεί µια ποιητι­κή σύλληψη των γεγονότων. Και είναι γνωστό ότι η ποιητική σύλληψη και θεώρηση του κόσµου δεν προ­σεγγίζεται και δεν κατανοείται µε τους κανόνες της τρέχουσας συµβατικής λογικής.
ΤTο µη λογικό, ενδεχοµένως και το παράλογο, δηλαδή αυτό που δεν υπακούει στην τρέχουσα και τη συµβα­τική λογική, αλλά στο λόγο και τη «λογική αταξία» της ποίησης, είναι το καταληκτικό µέρος του µύθου: η «µε­τάφραση» του µοιρολογιού της φώκιας, η µεταφορά του από την άφωνη γλώσσα της φώκιας με ανθρώπινα λόγια από έναν ψαρά. Το γεγονός δηλαδή του θανάτου, ο ίδιος ο θάνατος, ως σκληρή άρνηση και ακύρωση της ζωής, σκοτεινός και ανεξήγητος, δε βιώνεται ούτε και εξηγείται µε τα µέτρα της κοινής λογικής. Ο θάνατος, τελικά, ως αταξία της ζωής, βιώνεται µέσα από τη λο­γική και την «αταξία» της ποίησης. Γιατί, βέβαια, η ποί­ηση ως έκφραση και λόγος είναι µια αταξία. Μόνο που αυτή η αταξία καθιερώνεται µε τη σειρά της ως µια καινούρια και πρωτοφανέρωτη τάξη, που έχει όµως τη δική της λογική.

 Στους πρώτους στίχους του μοιρολογιού ακούμε τον απόηχο από το τραγούδι του Άριελ στην «Τρικυμία του Σαίξπηρ»:
«Πέντε οργιές του βάθου κείτεται ο πατέρας σου
τα κόκκαλά του γίνανε κοράλλια
μαργαριτάρια εκείνα που ήταν μάτια του.
κάθε τι φθαρτό του δεν εχάθη,
μια θαυμάσια αλλαγή έχει πάθει
σπάνια κι ακριβά του τα ‘καμε η θάλασσα…».
(«Τρικυμία», Πρ. Α’ σκ. 2 – Μετάφραση Β. Ρώτα).
    Οι στίχοι του Παπαδιαμάντη είναι ένας φιλοσοφικός στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη μοίρα. Ο θρήνος της φώκιας υπερβαίνει το ρεαλισμό του διηγήματος και αποκρύπτει την προσωπική συγκίνηση του συγγραφέα προκαλώντας όμως ένα βαθύτερο υπαινιγμό στον αναγνώστη. Πολλές φορές ο Παπαδιαμάντης επανέρχεται στο θέμα του θανάτου αθώων παιδιών, όπως στα «Τραγούδια του θεού» με το θάνατο της Κούλας και στην «Τελευταία βαφτιστικιά», η οποία πνίγεται στο πηγάδι. Η σύζευξη της σκληρής πραγματικότητας μ’ ένα στοιχείο φανταστικό – ποιητικό μετριάζει το αφόρητο κλίμα που δημιούργησε η ρεαλιστική περιγραφή. 
Η κατακλείδα του μοιρολογιού της φώκιας «Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό // τα πάθια και οι καημοί του κόσμου» εκφράζει την αλήθεια που μάταια προσπαθούμε να αρνηθούμε: η ζωή μας είναι μια φουρτούνα, μια θαλασσοταραχή διαποτισμένη από βάσανα και συμφορές. Όμως ο Παπαδιαμάντης και στις πιο σκοτεινές του ώρες δεν απελπίζεταιž αντλεί ψυχική δύναμη από την πίστη του στο Θεό έχοντας φτάσει στην άκρα του ωριμότητα, ότι η ευτυχία είναι στιγμιαία, δε διαρκεί.

                 ( Πηγές πληροφοριών: agonigrammi.wordpress.com
                                                         blogs.sch.gr/stratilio/archives/3290 )